κάμαρα


κάμαρα
[камара] ουσ. Θ. свод, арка

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κάμαρα" в других словарях:

  • καμάρα — καμάρᾱ , καμάρα anything with an arched cover fem nom/voc/acc dual (ionic) καμάρᾱ , καμάρα anything with an arched cover fem nom/voc sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κάμαρα — κάμαρα, η και κάμαρη, η (λ. ιταλ.), δωμάτιο: Πηγαίνετε στην κάμαρά σας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καμάρα — η арка, сводчатое перекрытие храма Этим. дргр. «сводчатая комната». Этимология неизвестна, возможно, существует связь с санскр. kmarati «выгибать, гнуть», лат. camurus «кривой, изогнутый» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • καμάρα — Ονομασία εννέα οικισμών. 1. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 560 μ., 287 κάτ.) στην πρώην επαρχία Μεγαλοπόλεως του νομού Αρκαδίας. Βρίσκεται στο νότιο άκρο του νομού, 59 χλμ. ΝΔ της Τρίπολης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Φαλαισίας. 2. Ημιορεινός οικισμός …   Dictionary of Greek

  • κάμαρα — Ονομασία εννέα οικισμών. 1. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 560 μ., 287 κάτ.) στην πρώην επαρχία Μεγαλοπόλεως του νομού Αρκαδίας. Βρίσκεται στο νότιο άκρο του νομού, 59 χλμ. ΝΔ της Τρίπολης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Φαλαισίας. 2. Ημιορεινός οικισμός …   Dictionary of Greek

  • καμάρᾳ — καμάραι , καμάρα anything with an arched cover fem nom/voc pl (ionic) καμάρᾱͅ , καμάρα anything with an arched cover fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καμάρα — η ημικυλινδρικός θόλος, τόξο: Αυτό το γεφύρι έχει τρεις καμάρες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καμάρας — καμάρᾱς , καμάρα anything with an arched cover fem acc pl (ionic) καμάρᾱς , καμάρα anything with an arched cover fem gen sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καμάραι — καμάρα anything with an arched cover fem nom/voc pl (ionic) καμάρᾱͅ , καμάρα anything with an arched cover fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καμάραν — καμάρᾱν , καμάρα anything with an arched cover fem acc sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)